Ψηφιακό εγχειρίδιο συμπερίληψης · Ελλάδα
Αναπηρία
19 όροι, με ορισμούς στα αγγλικά και μεταφράσεις στις 6 γλώσσες της σύμπραξης.
0 / 19 λέξεις τοποθετημένες
Ολόκληρο το λεξικό
Νοηματική γλώσσα
Οπτική γλώσσα που χρησιμοποιεί νοήματα με τα χέρια για την επικοινωνία.
- Αγγλικά
- sign language
- Γαλλικά
- langue des signes
- Ισλανδικά
- táknmál
- Ιταλικά
- lingua dei segni
- Ισπανικά
- lengua de signos
- Τουρκικά
- işaret dili
Προσβασιμότητα
Η διαμόρφωση χώρων, υπηρεσιών ή πληροφοριών ώστε να μπορούν να τα χρησιμοποιούν εύκολα όλοι, μαζί και τα άτομα με αναπηρία.
- Αγγλικά
- accessibility
- Γαλλικά
- accessibilité
- Ισλανδικά
- aðgengi
- Ιταλικά
- accessibilità
- Ισπανικά
- accesibilidad
- Τουρκικά
- erişilebilirlik
Σύστημα Μπράιγ
Σύστημα γραφής με ανάγλυφες κουκκίδες, που τα άτομα με τύφλωση ή μειωμένη όραση διαβάζουν με τα δάχτυλά τους.
- Αγγλικά
- braille
- Γαλλικά
- braille
- Ισλανδικά
- blindraletur
- Ιταλικά
- braille
- Ισπανικά
- braille
- Τουρκικά
- Braille
Ράμπα
Κεκλιμένη επιφάνεια που βοηθά τα άτομα σε αναπηρικό αμαξίδιο να μετακινούνται από το ένα επίπεδο στο άλλο.
- Αγγλικά
- ramp
- Γαλλικά
- rampe
- Ισλανδικά
- rampur
- Ιταλικά
- rampa
- Ισπανικά
- rampa
- Τουρκικά
- rampa
Κινητική ικανότητα
Η ικανότητα να μετακινείται κανείς εύκολα και αυτόνομα.
- Αγγλικά
- mobility
- Γαλλικά
- mobilité
- Ισλανδικά
- hreyfanleiki
- Ιταλικά
- mobilità
- Ισπανικά
- movilidad
- Τουρκικά
- hareketlilik
Υποστηρικτική τεχνολογία
Εργαλεία ή συσκευές που βοηθούν τα άτομα με αναπηρία να κάνουν διάφορες εργασίες πιο εύκολα και αυτόνομα.
- Αγγλικά
- assistive technology
- Γαλλικά
- technologie d'assistance
- Ισλανδικά
- hjálpartæki
- Ιταλικά
- tecnologia assistiva
- Ισπανικά
- tecnología de apoyo
- Τουρκικά
- destekleyici teknoloji
Εύλογη προσαρμογή
αλλαγή ή στήριξη που βοηθά ένα άτομο με αναπηρία να συμμετέχει πλήρως
- Αγγλικά
- accommodation
- Γαλλικά
- adaptation
- Ισλανδικά
- úrræði
- Ιταλικά
- accomodamento ragionevole
- Ισπανικά
- adaptación
- Τουρκικά
- makul düzenleme
Νοητική αναπηρία
Κατάσταση που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο σκέφτεται ή μαθαίνει.
- Αγγλικά
- mental disability
- Γαλλικά
- handicap mental
- Ισλανδικά
- þroskahömlun
- Ιταλικά
- disabilità mentale
- Ισπανικά
- discapacidad mental
- Τουρκικά
- zihinsel engel
Σωματική αναπηρία
Κατάσταση που επηρεάζει το σώμα ή την κίνηση ενός ατόμου.
- Αγγλικά
- physical disability
- Γαλλικά
- handicap physique
- Ισλανδικά
- líkamleg fötlun
- Ιταλικά
- disabilità fisica
- Ισπανικά
- discapacidad física
- Τουρκικά
- fiziksel engel
Ισότητα ευκαιριών
Το να δίνεται σε κάθε άτομο η στήριξη που χρειάζεται, ώστε να έχει δίκαιες και ίσες ευκαιρίες.
- Αγγλικά
- equity
- Γαλλικά
- équité
- Ισλανδικά
- jafnræði
- Ιταλικά
- equità
- Ισπανικά
- equidad
- Τουρκικά
- hakkaniyet
Εμπόδια
Πράγματα που δυσκολεύουν κάποιον να συμμετάσχει ή να τα καταφέρει.
- Αγγλικά
- barriers
- Γαλλικά
- barrières
- Ισλανδικά
- hindranir
- Ιταλικά
- barriere
- Ισπανικά
- barreras
- Τουρκικά
- engeller
Συμπερίληψη
Η διασφάλιση ότι όλοι μπορούν να συμμετέχουν και να νιώθουν ότι έχουν αξία, ανεξάρτητα από τις ικανότητες ή τις διαφορές τους.
- Αγγλικά
- inclusion
- Γαλλικά
- inclusion
- Ισλανδικά
- inngilding
- Ιταλικά
- inclusione
- Ισπανικά
- inclusión
- Τουρκικά
- kapsayıcılık
Βλάβη
Απώλεια μιας ικανότητας ή πρόβλημα στο σώμα ή στον νου που κάνει ορισμένες εργασίες πιο δύσκολες.
- Αγγλικά
- impairment
- Γαλλικά
- déficience
- Ισλανδικά
- skerðing
- Ιταλικά
- menomazione
- Ισπανικά
- deficiencia
- Τουρκικά
- yeti kaybı
Συνηγορία
Το να μιλά κανείς ανοιχτά ή να αναλαμβάνει δράση για να στηρίξει και να προστατέψει τα δικαιώματα ή τις ανάγκες κάποιου.
- Αγγλικά
- advocacy
- Γαλλικά
- plaidoyer
- Ισλανδικά
- hagsmunagæsla
- Ιταλικά
- advocacy
- Ισπανικά
- defensa de derechos
- Τουρκικά
- savunuculuk
Προκατάληψη
Άδικη γνώμη ή κρίση για κάποιον, πριν τον γνωρίσει κανείς.
- Αγγλικά
- prejudice
- Γαλλικά
- préjugé
- Ισλανδικά
- fordómar
- Ιταλικά
- pregiudizio
- Ισπανικά
- prejuicio
- Τουρκικά
- önyargı
Διάκριση
Άδικη μεταχείριση κάποιου εξαιτίας αυτού που είναι
- Αγγλικά
- discrimination
- Γαλλικά
- discrimination
- Ισλανδικά
- mismunun
- Ιταλικά
- discriminazione
- Ισπανικά
- discriminación
- Τουρκικά
- ayrımcılık
Προσθετικό μέλος
Τεχνητό μέρος του σώματος που αντικαθιστά ένα μέλος που λείπει
- Αγγλικά
- prosthesis
- Γαλλικά
- prothèse
- Ισλανδικά
- gervilimur
- Ιταλικά
- protesi
- Ισπανικά
- prótesis
- Τουρκικά
- protez
Αποκατάσταση
Εκπαίδευση ή θεραπεία που βοηθά ένα άτομο να ξαναβρεί δεξιότητες ή να βελτιώσει τις ικανότητές του
- Αγγλικά
- Rehabilitation
- Γαλλικά
- rééducation
- Ισλανδικά
- endurhæfing
- Ιταλικά
- riabilitazione
- Ισπανικά
- rehabilitación
- Τουρκικά
- rehabilitasyon
Αναπηρικό αμαξίδιο
Κάθισμα με ρόδες που βοηθά στη μετακίνηση τα άτομα που δυσκολεύονται να περπατήσουν.
- Αγγλικά
- wheelchair
- Γαλλικά
- fauteuil roulant
- Ισλανδικά
- hjólastóll
- Ιταλικά
- sedia a rotelle
- Ισπανικά
- silla de ruedas
- Τουρκικά
- tekerlekli sandalye
Κουίζ συμπεριληπτικής γλώσσας
Επιλέξτε γλώσσα και δοκιμάστε τις γνώσεις σας στους όρους αυτού του θέματος.